Ἑρμαῖον

Ἑρμαῖος
masc acc sg
Ἑρμαῖος
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ἕρμαιον — gift of neut nom/voc/acc sg Ἕρμαιος masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἕρμαιον — gift of neut nom/voc/acc sg ἑρμαῖος called after masc acc sg ἑρμαῖος called after neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ερμαίον — Ονομασία ακρωτηρίων κατά την αρχαιότητα. 1. Ακρωτήριο του Βοσπόρου (σήμερα Ρούμελη Χισάρ), όπου στήθηκε η μία άκρη της γέφυρας του Δαρείου για τη διάβαση των Περσών. 2. Ακρωτήριο της Λιβύης, μεταξύ Γαφάρων και Μεγάλης Λέπτης. 3. Η βορειοανατολική …   Dictionary of Greek

  • θοὔρμαιον — ἕρμαιον , ἕρμαιον gift of neut nom/voc/acc sg ἕρμαιον , ἑρμαῖος called after masc acc sg ἕρμαιον , ἑρμαῖος called after neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίω — Ἕρμαιον gift of neut nom/voc/acc dual Ἕρμαιον gift of neut gen sg (doric aeolic) Ἕρμαιος masc nom/voc/acc dual Ἕρμαιος masc gen sg (doric aeolic) Ἑρμαίης masc gen sg (attic epic ionic) Ἑρμαί̱ω , Ἑρμαῖος masc/neut nom/voc/acc dual Ἑρμαί̱ω ,… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμαίω — ἕρμαιον gift of neut nom/voc/acc dual ἕρμαιον gift of neut gen sg (doric aeolic) ἑρμαῖος called after masc/neut nom/voc/acc dual ἑρμαῖος called after masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμαίη — ἕρμαιον gift of fem nom/voc sg (epic ionic) ἑρμαῖος called after fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίοις — Ἕρμαιον gift of neut dat pl Ἕρμαιος masc dat pl Ἑρμαί̱οις , Ἑρμαῖος masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἑρμαίοις — ἕρμαιον gift of neut dat pl ἑρμαῖος called after masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἑρμαίου — Ἕρμαιον gift of neut gen sg Ἕρμαιος masc gen sg Ἑρμαίης masc gen sg Ἑρμαί̱ου , Ἑρμαῖος masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.